βαρυπάλαμος

βᾰρυ-πάλᾰμος [πᾰ], ον,
A heavy-handed,

χόλος Pi.P.11.23

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυπάλαμος — βαρυπάλαμος, ον (Α) εκείνος που έχει βαριά χέρια, που τιμωρεί σκληρά …   Dictionary of Greek

  • βαρυπάλαμον — βαρυπάλαμος heavy handed masc/fem acc sg βαρυπάλαμος heavy handed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.